- εὖαξίωτος
- εὖ-αξίωτος, leicht zu erbitten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ευαξίωτος — εὐαξίωτος, ον (Α) (για τον θεό) πρόθυμος να εισακούσει, να δώσει προσοχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + αξιώ] … Dictionary of Greek